θέλημα

τὸ θέλημα, ατος желание, воля

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θέλημα" в других словарях:

  • θέλημα — το желание, воля: θέλημα Θεού воля Божия …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • θελήμα — θελήμᾱ , θελήμη will fem nom/voc/acc dual θελήμᾱ , θελήμη will fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλημα — will neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλημα — το (AM θέλημα, Μ και θέλημαν) [θέλω] θέληση, επιθυμία («γενηθήτω το θέλημά σου») νεοελλ. 1. μικρή εκδούλευση, εκτέλεση παραγγελίας ή μεταφοράς φορητού πράγματος, μικρή εξυπηρέτηση («κάνε μου ένα θέλημα») 2. παροιμ. «πηγαίνει νιος στο θέλημα κι… …   Dictionary of Greek

  • θέλημα — το, ατος 1. επιθυμία: Ήτανθέλημα του πατέρα μου να γίνω γιατρός. 2. παραγγελία: Κάνει θελήματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θελημά — θελημός willing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρκεῖ ἐν μεγάλοις καὶ τὸ θέλημα μόνον. — См. Попытка, не пытка, а спрос не беда …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • θεληματίζω — [θέλημα] αναθέτω σε κάποιον θέλημα, μικρή υπηρεσία, παραγγελία …   Dictionary of Greek

  • θελημάτων — θέλημα will neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θελήμασι — θέλημα will neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θελήμασιν — θέλημα will neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.